Αρχείο Άρθρων

Μόσχω Τζαβέλα - ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΕΣ

  Οι σχέσεις των φύλων στο περήφανο και αδούλωτο Σούλι θύμιζαν τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη. Οι άντρες σέβονταν τις γυναίκες τους και συχνά ζητούσαν τη γνώμη τους, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις. Οι σεβαστότερες απ΄ αυτές αναλάμβαναν το ρόλο του διαιτητή σε διαμάχες μεταξύ των ανδρών. Αντίθετα, ουδέποτε άνδρες ανακατεύονταν σε γυναικείους καβγάδες.

 

Μερικές καπετάνισσες έπαιρναν μέρος στα στρατιωτικά συμβούλια, όπου οι γνώμες τους υπολογίζονταν όσο και των καπεταναίων. Στο σπίτι, τέλος, οι γυναίκες ήταν οι αδιαμφισβήτητες αφέντρες.

Οι Σουλιώτισσες, πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου ο ρόλος τους ήταν, σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός Όταν όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω στον εχθρό, άλλοτε περιβρέχοντάς τον με καυτά βόλια, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι.

Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα-ηρωίδα που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά «τη γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα». «Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Η πρώτη σέρνει το χορό, φτάνοντας στο χείλος του γκρεμού, πηδάει και χάνεται στα βάθη του. Την ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, πάντα τραγουδώντας και χορεύοντας, η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη… Γύρω ακούγεται το μουγκρητό του ανέμου, που στροβιλίζει το χιόνι κι ανακατεύεται με το τραγούδι…

 

Την ίδια χρονική στιγμή(Δεκ. 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο, για να μην παραδοθούν στον εχθρό.


Από τις Σουλιώτισσες ξεχώρισαν άλλες δυο, οι οποίες υπήρξαν οι διασημότερες από τις άλλες, καταφέρνοντας να περάσουν τα ονόματά τους στο δημοτικό τραγούδι κι από εκεί στη σφαίρα του θρύλου. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου». Ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη ηρωίδα του Σουλίου. Με βαριά καρδιά έδωσε στο χέρι του αιμοβόρου Αλή Πασά τον πρωτότοκο γιο της Φώτο, για θυσία, και έβαλε πάνω από τον ίδιο της το γιο την αγάπη της για την πατρίδα. «Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου και σα γλιτώσει το Σούλι γλιτώνει και το παιδί μου»,είπε χαρακτηριστικά στον πασά.

Μια άλλη γυναίκα φυσιογνωμία που ξεχώρισε ήταν η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου. Το όνομά της είχε πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της , μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των συμπατριωτών της. Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’ αυτούς. Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803, οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.

 

Η περηφάνια που ένιωθαν οι Σουλιώτες και οι Σουλιώτισσες για τη Χάιδω φαίνεται στο παρακάτω δημοτικό τραγούδι, το οποίο την εξισώνει με τους κορυφαίους άνδρες αγωνιστές:

 

 

Λίγες μέρες μετά τ’ αφιερώματα στην Ημέρα της Γυναίκας κι εκεί κοντά στην επέτειο της Εθνεγερσίας, ένα φτωχικό θυμίαμα στην ιερή μνήμη κάποιων πολύ ξεχωριστών Ελληνίδων, που έλαμψαν με το φως της αδάμαστης ψυχής τους, της λεύτερης κι ευγενικής, και άστραψαν μέσα στα σκοτάδια της σκλαβιάς, έτσι όπως τα σπαθιά τους άστραφταν.

 

Γιατί μιάς ψυχής ίσιας, άκρη και τελείωση και δικαίωση ήταν εκείνα τα σπαθιά. Σε αξεχώριστη πύρινη ρομφαία, Ψυχή-Χέρι-Σπαθί, ένα ήταν. Κι αν άκουγαν σ’ ονόματα όπως Δέσπω, Μόσχω, Χάϊδω, εκείνα τ’ αψηλώματα τ’ Ανθρώπου, όνομα ένα είχαν κι ένα καμάρι: Σ ο υ λ ι ώ τ ι σ σ α.

 

 

 

Το Σούλι δεν κρατήθηκε δύο αιώνες λεύτερο, επειδή τέτοιους άντρες είχε, αλλ’ επειδή τέτοιους άντρες γεννούσαν, ανέτρεφαν και συντρόφευαν ισάξιές τους οι Σουλιώτισσες. Όταν τριγυρισμένος είσαι από κάμπους αφεντάδων και δούλων κι εσύ τα βουνά και τα βράχια έχεις διαλέξει, να σπείρεις τη μόνη που φυτρώνει εκεί Απόφαση και να σοδειάζεις τη μόνη που βλασταίνει Λευτεριά, τότε κανείς δεν εξαιρείται από το χρέος που τα βράχια ζητούν για να ‘ναι δικά σου. Εκατό χρόνια απ’ τον ξεριζωμό των Σουλιωτών, το φεμινιστικό κίνημα σ’ Ευρώπη κι Αμερική άρχισε να διεκδικεί ψίχουλα της ισότητας έναντι των ανδρών, που για τις Σουλιώτισσες ήταν αυτονόητη και κυριολεκτικά με το σπαθί τους κερδισμένη. Άραγε αναλογίστηκε κανείς από τους σημερινούς, πελαγωμένους σε αγωνιώδη αναζήτηση ταυτότητας  άντρες, που αντιγράφουν τηλεοπτικά πρότυπα χαζοχαρούμενου «ανδρισμού», πόσο  άντρες ήταν εκείνα τα στοιχειά των σουλιώτικων βουνών, που με τον έρωτα τέτοιων Γυναικών τούς είχε ευλογήσει κι ολοκληρώσει ο Θεός;

 

Τι αξίζει πιο πολύ; Να ζήσεις πολλά, πολλά χρόνια για ...να χαρείς τη σύνταξή σου και πλάϊ στα φάρμακά σου να σβήσεις σε κρεβάτι, ή στα νιάτα σου σε μάχη λαβωμένος, πλάϊ στ’ άρματά σου να ξεψυχήσεις, σε τέτοιας Γυναίκας την αγκαλιά γερμένος;

 

Τι να πρωτογράψει κανείς για τα κατορθώματα των αμαζόνων του Σουλιού στο πλευρό των αντρών τους, αλλά και για τις εντελώς δικές τους σελίδες απαράμιλλου ηρωϊσμού κι αυτοθυσίας; Τόμοι επί τόμων έχουν γραφτεί από Έλληνες και ξένους. Κάτι σαν μνημόσυνο ψυχών μπορώ μόνο να κάμω, αφού στον στενό χώρο ενός άρθρου  ούτε ως χρονολόγιο δεν χωρούν οι δέκα γνωστοί σουλιώτικοι πόλεμοι και οι θυσίες των απροσκύνητων ξεριζωμένων σ’ όλη τη διάρκεια του ξεσηκωμού του 1821.

 

 

 

Στον πρώτο πόλεμο τ’ Αλήπασα, ένατο κατά των Σουλιωτών, στα 1792, έλαμψε η καπετάνισσα Μόσχω Τζαβέλα, γυναίκα του πολέμαρχου Λάμπρου και μάνα του ομήρου τότε στα Γιάννενα, Φώτου. Κοντά της πρωτοδοξάστηκε και η δεινή πολεμίστρια Χάϊδω, θυγατέρα του ξακουστού για την αντρειά του καπετάνιου Γιαννάκη Σέχου, για τους καταγραμμένους άθλους της οποίας δεν αρκεί ένα βιβλίο. Στις 20 Ιουλίου του 1792, 400 Σουλιώτισσες υπό την αρχηγία της Μόσχως και της Χάϊδως εφορμούν ξιφήρεις σε ξέφρενη επέλαση κατά υπεράριθμων Τουρκαλβανών  που κόντευαν να κυκλώσουν 300 αποκαμωμένους από ώρες λυσσώδους μάχης Σουλιώτες και τρέπουν τους εχθρούς σε άτακτη φυγή.

 

Και στον δεύτερο πόλεμο κατά τ’ Αλήπασα 1800-1803 διέπρεψε η Μόσχω που εξυμνήθηκε από πολλούς Έλληνες και ξένους ιστορικούς. Ο Γάλλος συγγραφέας Blanchard αναρωτιέται: «Ποιό υψηλότερο παράδειγμα πατριωτισμού δύναται να επιδείξει η Ιστορία από την Μόσχω Τζαβέλα»; Αλλά σ’ εκείνον τον τριετή, τελευταίο πόλεμο, τον απελπισμένο κι επικό, ήταν η λεπτή και μικροκαμωμένη λέαινα Χάϊδω Σέχου που έκανε Σουλιώτες κι εχθρούς να παραμιλούν από θαυμασμό. Αδερφοποιητή του πολέμαρχου Φώτου Τζαβέλα απ’ τα παιδικά τους χρόνια, μάχεται ισάξια στο πλευρό του στη νίκη της 12ης Ιουνίου του 1800. Επικεφαλής λίγων Σουλιωτών σε κατοπινή νυχτερινή επιδρομή στο εχθρικό στρατόπεδο στην Κουρίλα, αρνείται να υπακούσει στην παράκληση του βαρειά τραυματισμένου Φώτου να φύγουν για να σωθούν, αφού του κόψουν το κεφάλι για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των εχθρών· κι άνοιξαν δρόμο με τα σπαθιά  αποκομίζοντας μαζί τους τον πολέμαρχο. Στη μάχη της 7ης Δεκεμβρίου του 1803 αντεπιτίθεται δίπλα στους υπό τον Φώτο Σουλιώτες, ως καπετάνισσα σώματος Σουλιωτισσών και πετώντας φτάνει πρώτη στην εχθρική παράταξη φονεύοντας με το σπαθί της τον Τούρκο διοικητή. Μετά τον ξεριζωμό υπηρετεί ως ταγματάρχης του αγγλικού στρατού στην Κέρκυρα και πολεμά μαζί με τον Φώτο Τζαβέλα στην εκστρατεία στη Νεάπολη. Έκτοτε χάνονται τα ίχνη της, αλλ’ όχι κι ο θρύλος της.

 

Από του Ζαλόγγου τον γκρεμό όπου, πριν πέσουν με τα παιδιά τους, πολέμησαν πρώτα με τα τουφέκια, μετά με τα σπαθιά και στο τέλος με πέτρες, μέχρι την μεγαλειώδη αντίσταση και τ’ ολοκαύτωμα των Μποτσαραίων στη Μονή Σέλτσου, τον Απρίλη του 1804, όπου με επικεφαλής τη Χριστίνα Μπότσαρη, αποκομμένες από τους άντρες μάχονται με μαχαίρια και πέτρες κι ύστερα κάποια φώναξε «θάνατος...» και σαν μία πήδηξαν 200 Σουλιώτισσες σε βάραθρο 250 μέτρων και πνίγηκαν σε παραπόταμο του Αχελώου, έως τ’ άλλο ολοκαύτωμα της εβδομηντάχρονης καπετάνισσας Δέσπως Μπότση, στου Δημουλά τον πύργο, στη Ρινιάσα (σήμερα Ριζά, πάνω απ’ την Καστροσυκιά), «σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε, παιδιά μ’ μαζί μ’ ελάτε και τα φουσέκια τ’ άναψε κι όλες φωτιά γενήκαν», τι να σου πρωτοθυμηθώ Σουλιώτισσα και πόσο θλίβομαι που άλλο χώρο δεν έχω εδώ να σε τραγουδήσω, αν και πού να χωρέσεις εσύ εκτός απ’ τα βουνά σου και τον ουρανό σου.

 

 

 

Σ’ άφησα τελευταία πανέμορφη Ελένη του Νότη Μπότσαρη, βεργολυγερή, ξανθομαλλούσα και γαλανομάτα, άξια καπετάνισσα του Σουλιού στα είκοσί σου που έφυγες χρόνια. Εσύ που έμαθες τ’ άρματα στον μικρότερό σου τότε πρωτοξάδερφο Μάρκο Μπότσαρη. Είχες πολεμήσει ώρες ατέλειωτες στο Σέλτσο, όταν στο σεληνόφως είδες πεσμένο τον πατέρα σου να ψυχορραγεί. Γονάτισες πλάϊ του, μέτρησες τις πληγές του, πέντε ήτανε, τον σκέπασες με το πανωφόρι σου κατά πως συνήθιζαν οι Σουλιώτισσες να σκεπάζουν τους λαβωμένους και τους σκοτωμένους Σουλιώτες. «Τι να κάμω πατέρα»; τον ρώτησες. Κι εκείνος σ’ αποκρίθηκε: «ήρθε η ώρα σου να σκοτωθείς κόρη μου». Κι αυτό έκαμες. Συνέχισες να πολεμάς κι όταν σε κύκλωσαν οι Λιάπηδες, έπεσες στ’ αφρισμένο ποτάμι, κολύμπησες, αρπάχτηκες από ‘να βράχο αλλά κι εκεί σε στρίμωξαν. Όρμησε ένας τους να σε πιάσει, θαμπωμένος απ’ την ομορφιά σου, αλλά τον έπιασες εσύ και πνιγήκατε μαζί, δίνοντάς του να καταλάβει τη σουλιώτικη εκδοχή του ορισμού «καλλονή θανάσιμη». Ακόμα και σήμερα κείνο το μέρος λέγεται «πήδημα της Ελένης». Ακόμα και σήμερα όσοι διαβαίνουν νύχτα τον άγριο κείνο τόπο, ρίχνουν μιά πέτρα στο ποτάμι, σταυροκοπιούνται και λένε «Θεός σχωρέσ’ την καπετάν Ελένη».

 

Θεός σχωρέσει -αν και χλωμό το βλέπω- κι όσους από μας αγνωμονούμε στις θυσίες σας κι ασεβούμε στη μνήμη σας Σουλιώτισσες και Σουλιώτες. Λες κι έχουν κι άλλα έθνη τέτοιους προγόνους να δείξουν.

 

ΜΌΣΧΩ ΤΖΑΒΈΛΑ (1760-1803)

 

"Κατά την πρώτη εκστρατεία κατά του Σουλίου, τον Ιούνιο του 1792, ο Αλή Πασάς ήταν βέβαιος ότι θα καθυποτάξη τους Σουλιώτες καταλαμβάνων αυτούς ανυπόπτους και απαρασκεύους. Διότι, προσποιηθείς ότι εκστρατεύει κατά του Αργυροκάστρου, εζήτησεν την συνδρομή των Σουλιωτών, οίτινες παρεπλανήθησαν μεν εκ των λόγων του, αλλά δε τω απέστειλαν ειμή 70 επιλέκτους υπό τον Λάμπρον Τζαβέλαν. Τούτους αφοπλίσας και φυλακίσας ο άπιστος Αλής, εστράφη κατά του Σουλίου, μετά δυνάμεως δωδεκάκισχιλίων περίπου πεζών και ιππέων. (Στην εκστρατεία συμμετείχε ο γιός του Μουχτάρ πασάς, ο Αλβανός οπλάρχηγός του στρατού του Σιλιχτάρ Πόττας και ο Αλβανός Μιστομπόνος).

Αλλ' εις των Σουλιωτών κατορθώσας να διαφύγη, εμήνυσε το πράγμα στους συμπολίτας του, οίτινες υπό την οδηγίαν του Γεώργη Μπότσαρη (του πατρός του Μάρκου) ωργάνωσαν κρατεράν άμυναν. Ο στρατός του Αλή συνετρίβη εις τας κλεισωρίας του Σουλίου την 20ην Ιουλίου 1792, ο δε Αλής διεσώθη φυγών εις Ιωάννινα. Εις την νίκην συνετέλεσαν μεγάλως αι Σουλιώτισσαι, διότι τετρακόσιαι περίπου υπό την αρχηγίαν της Μόσκως Τζαβέλαινας (της γυναικός του Λάμπρου) οπλισθείσαι μετέχον της μάχης. 

Εκ του αδιαλείπτου πυρός επί τετράωρον τα όπλα των εκ κλεισωρίας ενεδρευόντων Σουλιωτών κατέστησαν άχρηστα και προς ώραν έπαυσαν οι τουφεκισμοί, έπαυσαν δε δια τον αυτόν λόγον πυροβολούντες και οι Αλβανοί. Αλλ' αι γυναίκες των Σουλιωτών, αι καταφυγούσαι εις την Κιάφαν, ιδούσαι μεν εκ των βράχων προχωρούντας τους εχθρούς, μετ' ου πολύ δε μη ακούουσαι τον κρότον της μάχης υπέλαβον ότι κατετροπώθησαν οι άνδρες τους. Τότε η σύζυγος του Λάμπρου Τζαβέλα, Μόσκω, παρώρμησε τας άλλας γυναίκας να λάβουν όπλα και να τρέξουν κατά των Αλβανών, όπως συναποθάνουν μετά των ανδρών, αφήνουσαι τας γραίας και τα παιδιά ν' αποθάνουν κρημνιζόμενα εκ των βράχων, όταν καταλάβουν την Κιάφαν οι εχθροί.

Φθάσασαι εις τον τόπον της μάχης είδον ότι οι Σουλιώται δεν είχον νικηθή, και μετά μείζονος θάρρους επετέθησαν κατά των Αλβανών πυροβολούσαι και κυλίουσαι ογκώδεις λίθους. Εκ της απροόπτου επιθέσεως των γυναικών πτοηθέντες οι Αλβανοί ετράπησαν εις φυγήν, οι δε Σουλιώται ορμήσαντες ξιφήρεις κατέκοπτον αυτούς.
Μετά την ήτταν ο Αλής ηναγκάσθη να συνθηκολογήση προς τους Σουλιώτας".

Τρία μπαϊράκια φαίνονται 'πο κάτω από το Σούλι
Το να 'ναι του Μουχτάρ πασά, τάλλο του Σελιχτάρη
το τρίτο το καλύτερο είναι του Μιτσομπόνου.
Μια παπαδιά τ'αγνάντεψεν από ψηλή ραχούλα:
"Πού 'στε του Λάμπρου τα παιδιά πού 'στε νοι Μποτσαραίοι;"
"Αρβανιτιά μάς πλάκωσε, θέλει να μας σκλαβώσει.
"Ας έρτουν οι παλιότουρκοι, τίποτα δεν μας κάνουν.
Ας έρτουν πόλεμο να ιδούν και Σουλιωτών ντουφέκι,
τ'άρματα των Σουλιώτισσων, της ξακουσμένης Χάιδως*".
Κι' ο Κουτσωνίκας φώναξεν από το μετερίζι:
"Παιδιά, σταθήτε στέρεα, σταθήτε αντρειωμένα
γιατ' έρχεται ο Μουχτάρ πασάς με δώδεκα χιλιάδες".

Ο πόλεμος αρχίνησε κι ανάψαν τα τουφέκια.
Τον Ζέρβα και τον Μπότσαρη εφώναξε ο Τζαβέλας:
"Παιδιά μ', ήρθ' ώρα του σπαθιού κι ας πάψη το τουφέκι".
Κι όλοι έπιασαν και σπάσανε τις θήκαις τω σπαθιώ τους,
τους Τούρκους βάνουνε μπροστά, τους βάνουν σαν κριάρια.
Άλλοι έφευγαν και άλλοι έλεγαν "Πασά μου, αναθεμά σε
μέγα κακό μας έφερες τούτο το καλοκαίρι,
εχάλασες τόση Τουρκιά, σπαίδες κι' Αρβανίταις.
Δεν είν' εδώ το Χόρμοβο, δεν είν' η Λαμποβίτσα,
εδώ είν' το Σούλι το κακό, εδώ είν' το Κακοσούλι,
που πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες σαν τους άνδρες,
που πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν άξιο παληκάρι."

*Χάιδω Γιαννάκη Σέχου: 
"η Σουλιωτοπούλα ήτις παρηκολούθει τους πολεμιστάς εις την μάχην κομίζουσα εις αυτούς νερόν και δια λόγων παραθαρύνουσα αυτούς εις τον αγώνα". Το όνομά της είχε πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της, μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των συμπατριωτών της. Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’ αυτούς. Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803, οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.



Πηγή: το βιβλίο ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ του Ν.Γ. Πολίτη

Υπατία

Η Μόσχω ήταν σύζυγος και μητέρα δύο από τους περιφημότερους Τζαβελαίους, του Λάμπρου και του Φώτου (στο σπαθί του οποίου ορκίζονταν οι Σουλιώτες επί δεκαετίες) και σε τίποτα δεν υστερούσε από τον άντρα της και το γιο της στους μακροχρόνιους πολέμους με τον Αλή πασά. Γεννήθηκε το 1760 και αγωνίστηκε το 1792 εναντίον του Αλή Πασά ως αρχηγός 400 Σουλιωτισσών. Χάρη στη Μόσχω οι Σουλιώτες κέρδισαν την περίφημη μάχη της Κιάφας, συντρίβοντας κι εξοντώνοντας (αυτοί, μια χούφτα άνθρωποι) τον πανίσχυρο στρατό του Αλή. Η επιχείρηση αυτή κόστισε στο στρατό του Αλή 2.000 περίπου νεκρούς (μερικοί τους υπολόγιζαν σε 3.000) και 207 αιχμαλώτους, ενώ οι Σουλιώτες είχαν 74 νεκρούς κι 97 τραυματίες. Ανάμεσα στους νεκρούς ο Κίτσος Τζαβέλλας, ανάμεσα στους τραυματίες ο Λάμπρος Τζαβέλλας. Από τις γυναίκες μόνο δύο τραυματίστηκαν. Η Μόσχω μετά την καταστροφή του Σουλίου ακολούθησε το δρόμο προς την Πάργα και από κει στα Επτάνησα. Άνθρωποι που τη συνάντησαν στη Κέρκυρα, μετά την καταστροφή του Σουλίου, την περιγράφουν σα γυναίκα μάλλον μικρόσωμη, με όμορφο πρόσωπο, με μάτια σπιθάτα και με μια φωνή που μπορούσε να την υψώσει, όταν ήθελε, με ένταση βροντής. Πέθανε το 1803. 
Η βιογραφία της από την Λιλίκα Νάκου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Καστανιώτη". Ο ηρωισμός της έχει απαθανατιστεί στα δημοτικά μας τραγούδια. 

...Το Σούλι θα χαρατσωθεί, χαράτσι θα πληρώσει...
Τζαβέλλαινα σαν τ' άκουσε, πολύ της κακοφάνη.
Παίρνει και ζώνει τ' άρματα, κρεμάει το σπαθί της...

Η κυρα-Μόσκω φώναξε 'πο πάνω από την Κιάφα:
"Πού 'σθε παιδιά σουλιώτικα και σεις οι Τζαβελλάτες...
Μαζί μου τρέξτε, και άντρες και γυναίκες,
τους Τούρκους κατακόψετε, σπόρο να μην αφήστε,
να μείνουν χήρες κι ορφανά γυναίκες και παιδιά τους,
να λένε πως τους σκότωσαν Σουλιώτισσες γυναίκες".
Η Μόσκω τότες όρμησε με το σπαθί στο χέρι.
"Τώρα να ιδείτε πόλεμο, γυναίκικα τουφέκια".
Σαν τους λαγούς εφεύγανε και πίσω δεν κοιτάζουν
πετάξαν τα τουφέκια τους μόνο για να γλιτώσουν.